Όταν ένα μικρό παιδί μπαίνει σε ένα θεραπευτικό δωμάτιο και κατευθύνεται προς τα παιχνίδια, είναι εύκολο να θεωρήσουμε ότι απλώς χρειάζεται κάτι για να απασχοληθεί. Για έναν ενήλικα, το παιχνίδι μπορεί να μοιάζει με μια ευχάριστη δραστηριότητα, ένα διάλειμμα από τη «σοβαρή» θεραπευτική δουλειά ή έναν τρόπο να περάσει δημιουργικά η ώρα. Για το παιδί, όμως, το παιχνίδι μπορεί να αποτελεί κάτι πολύ περισσότερο.
Ιδιαίτερα στις μικρές ηλικίες, όπου η ικανότητα να περιγράψει κανείς με λόγια τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τις εμπειρίες του βρίσκεται ακόμη σε ανάπτυξη, το παιχνίδι αποτελεί έναν φυσικό τρόπο επικοινωνίας. Το παιδί δεν χρειάζεται πάντα να μας πει τι αισθάνεται. Μπορεί να το δείξει, να το αναπαραστήσει, να το επαναλάβει ή να το μεταφέρει σε μια ιστορία.
Για τον λόγο αυτό, το παιχνίδι έχει αποκτήσει σημαντική θέση στη θεραπευτική εργασία με παιδιά. Δεν αποτελεί απλώς ένα μέσο για να δημιουργηθεί ένα ευχάριστο κλίμα στη συνεδρία. Μπορεί να αποτελέσει το ίδιο το θεραπευτικό μέσο, μέσα από το οποίο το παιδί εκφράζεται, επικοινωνεί, επεξεργάζεται εμπειρίες και δοκιμάζει νέους τρόπους να σχετίζεται με τον εαυτό του και τους άλλους.
Όταν το παιχνίδι γίνεται θεραπευτικό εργαλείο
Η θεραπεία μέσω παιχνιδιού βασίζεται στην αξιοποίηση του παιχνιδιού ως μέσου επικοινωνίας και θεραπευτικής παρέμβασης. Το παιδί μπορεί να δυσκολεύεται να απαντήσει σε μια άμεση ερώτηση όπως «τι σε στενοχωρεί;» ή «γιατί φοβάσαι;». Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει κάτι να εκφράσει. Μπορεί απλώς να μην διαθέτει ακόμη τον κατάλληλο λεκτικό τρόπο.
Μέσα στο παιχνίδι, αντίθετα, μπορεί να δημιουργήσει μια ιστορία, να δώσει ρόλους, να αναπαραστήσει καταστάσεις και να πειραματιστεί με διαφορετικές εξελίξεις. Μπορεί να εκφράσει συναισθήματα χωρίς να χρειάζεται πρώτα να τα ονομάσει.
Το παιχνίδι προσφέρει έτσι ένα πλαίσιο στο οποίο το παιδί μπορεί να αισθανθεί ότι έχει χώρο και χρόνο να εξερευνήσει όσα το απασχολούν. Μπορεί να δοκιμάσει, να αλλάξει, να ξαναρχίσει και να δημιουργήσει διαφορετικές εκδοχές μιας ιστορίας. Αυτή η δυνατότητα πειραματισμού αποτελεί σημαντικό μέρος της θεραπευτικής διαδικασίας.
Η θεραπευτική αξιοποίηση του παιχνιδιού, επομένως, δεν σημαίνει απλώς ότι ο θεραπευτής αφήνει το παιδί να παίξει. Σημαίνει ότι δημιουργεί ένα κατάλληλο πλαίσιο μέσα στο οποίο το παιχνίδι μπορεί να λειτουργήσει ως μέσο έκφρασης, επεξεργασίας και αλλαγής.
Το παιχνίδι ως τρόπος να κατανοήσουμε το παιδί
Η θεραπευτική αξία του παιχνιδιού συνδέεται παράλληλα με κάτι ακόμη: μας επιτρέπει να παρατηρήσουμε το παιδί με έναν διαφορετικό τρόπο.
Ο θεραπευτής δεν ενδιαφέρεται μόνο για το ποιο παιχνίδι επιλέγει το παιδί, αλλά για τον τρόπο με τον οποίο παίζει. Πώς οργανώνει το παιχνίδι του; Μπορεί να δημιουργήσει μια ιστορία; Επαναλαμβάνει συγκεκριμένα σενάρια; Πώς αντιδρά όταν κάτι δεν γίνεται όπως θέλει; Μπορεί να αλλάξει κανόνες και να προσαρμοστεί; Ζητά βοήθεια ή δυσκολεύεται να την αποδεχτεί; Πώς χρησιμοποιεί τον θεραπευτή μέσα στο παιχνίδι;
Αυτές οι παρατηρήσεις μπορούν να προσφέρουν σημαντικές κλινικές πληροφορίες για τη συναισθηματική και σχεσιακή λειτουργία του παιδιού.
Χρειάζεται, ωστόσο, προσοχή στον τρόπο με τον οποίο ερμηνεύουμε αυτές τις πληροφορίες. Το παιχνίδι δεν αποτελεί ένα «λεξικό συμβόλων», όπου κάθε αντικείμενο ή συμπεριφορά έχει μία συγκεκριμένη ψυχολογική σημασία. Το γεγονός ότι ένα παιδί επιλέγει ένα συγκεκριμένο παιχνίδι ή επαναλαμβάνει ένα συγκεκριμένο σενάριο δεν αρκεί από μόνο του για να οδηγήσει σε ένα διαγνωστικό συμπέρασμα.
Η αξία βρίσκεται στη συνολική εικόνα: στη διάρκεια και στην επανάληψη των μοτίβων, στο πλαίσιο της θεραπείας, στη συναισθηματική εμπλοκή του παιδιού και στη σχέση που αναπτύσσεται με τον θεραπευτή. Το παιχνίδι μπορεί έτσι να αποτελέσει ένα σημαντικό κομμάτι της κλινικής παρατήρησης, χωρίς να αντικαθιστά την ολοκληρωμένη αξιολόγηση.
Η θεραπευτική σχέση μέσα στο παιχνίδι
Ένα από τα πιο σημαντικά στοιχεία της θεραπευτικής αξιοποίησης του παιχνιδιού είναι ότι το παιδί δεν παίζει απομονωμένο από τον θεραπευτή. Παίζει μαζί του ή μπροστά του.
Ο τρόπος με τον οποίο επιτρέπει στον θεραπευτή να συμμετέχει, ο ρόλος που του αναθέτει, το αν τον αποκλείει, αν ζητά τη βοήθειά του ή αν δυσκολεύεται να αφήσει τον έλεγχο, μπορεί να αποτελέσει σημαντικό μέρος της θεραπευτικής διαδικασίας.
Ο θεραπευτής, επομένως, δεν είναι απλώς ένας παρατηρητής. Ανάλογα με την προσέγγιση που ακολουθεί, μπορεί να ακολουθεί το παιχνίδι του παιδιού, να συμμετέχει, να ανταποκρίνεται στις ανάγκες του και να δημιουργεί μέσα από αυτό ένα ασφαλές πλαίσιο για επικοινωνία και επεξεργασία.
Αυτό είναι και ένα από τα σημεία που διαφοροποιούν το θεραπευτικό παιχνίδι από την απλή απασχόληση. Στόχος δεν είναι να περάσει ευχάριστα η ώρα της συνεδρίας. Στόχος είναι να αξιοποιηθεί το παιχνίδι ως ο τρόπος με τον οποίο το παιδί μπορεί να συναντήσει τον θεραπευτή και να δουλέψει πάνω σε όσα το δυσκολεύουν.
Και έξω από το θεραπευτικό δωμάτιο;
Η σημασία του παιχνιδιού δεν περιορίζεται στη θεραπεία. Αφορά και τη σχέση του παιδιού με τους γονείς του.
Στην καθημερινότητα, το παιχνίδι μπορεί εύκολα να γίνει άλλη μία οργανωμένη δραστηριότητα ή ένας τρόπος να παραμείνει το παιδί απασχολημένο. Όμως το ελεύθερο παιχνίδι προσφέρει κάτι διαφορετικό: χώρο για πρωτοβουλία, δημιουργικότητα, φαντασία και αυθόρμητη επικοινωνία.
Ο γονιός δεν χρειάζεται πάντα να οργανώσει το παιχνίδι ή να του δώσει εκπαιδευτικό στόχο. Μερικές φορές αρκεί να είναι διαθέσιμος και να συμμετέχει στον κόσμο που δημιουργεί το παιδί.
Μέσα από αυτό το παιχνίδι μπορεί να παρατηρήσει πώς σκέφτεται το παιδί, τι το ενδιαφέρει, πώς διαχειρίζεται μια δυσκολία, πώς αναζητά βοήθεια και πώς δημιουργεί σχέσεις. Όχι για να το «αναλύσει», αλλά για να το γνωρίσει καλύτερα.
Να μάθουμε να βλέπουμε το παιχνίδι
Ίσως, τελικά, το ζητούμενο δεν είναι να μάθουμε στα παιδιά πώς να παίζουν. Είναι να μάθουμε εμείς να παρατηρούμε καλύτερα όταν εκείνα παίζουν.
Να μην βιαζόμαστε να καθοδηγήσουμε, να διορθώσουμε ή να δώσουμε μια έτοιμη απάντηση. Να τους αφήνουμε χώρο να δημιουργήσουν τον δικό τους τρόπο να εκφράσουν μια σκέψη, ένα συναίσθημα ή μια εμπειρία.
Για τον θεραπευτή, αυτό σημαίνει να αναγνωρίζει το παιχνίδι ως ένα ουσιαστικό θεραπευτικό μέσο. Για τον γονέα, σημαίνει να μπορεί να συναντήσει το παιδί μέσα στον δικό του κόσμο, αντί να ζητά συνεχώς από το παιδί να έρθει στον κόσμο των ενηλίκων.
Ίσως εκεί βρίσκεται και η ουσία: όταν ένα παιδί παίζει, δεν χρειάζεται πάντα να του ζητήσουμε να μας εξηγήσει τον κόσμο του. Μπορούμε πρώτα να τον επισκεφθούμε μαζί του.
Βιβλιογραφία
Axline, V. M. (1947). Play therapy: The inner dynamics of childhood. Houghton Mifflin.
Cattanach, A. (2003). Introduction to play therapy. Brunner-Routledge.
Humble, J. J., Summers, N. L., Villarreal, V., Styck, K. M., Sullivan, J. R., Hechler, J. M., & Warren, B. S. (2019). Child-centered play therapy for youths who have experienced trauma: A systematic literature review. Journal of Child & Adolescent Trauma, 12(3), 365–375. https://doi.org/10.1007/s40653-018-0235-7
Ray, D. C., Armstrong, S. A., Balkin, R. S., & Jayne, K. M. (2015). Child-centered play therapy in the schools: Review and meta-analysis. Psychology in the Schools, 52(2), 107–123. https://doi.org/10.1002/pits.21798
ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ: Καρτσάκη Αναστασία
Επιστημονικά Υπεύθυνη: Βελέντζα Πασχαλίνα
Πρόγραμμα «Κρήτη 2021-2027»
«Λειτουργία Κέντρου Ημέρας Παιδιών και Εφήβων στην Περιφερειακή Ενότητα Λασιθίου (Ιεράπετρα)»
Κωδικός ΟΠΣ: 6053469




